Μετα - Βυζαντινή Αγιογραφία
Μικρή αναφορά στην τέχνη της αγιογραφίας από την πτώση της Κωνσταντινούπολης μέχρι τους νεώτερους χρόνους.
Για την παρουσίαση αυτή σταχυολογήθηκαν εικόνες μόνο από αυτές που υπάρχουν στο διαδίκτυο και θα πρέπει να συγχωρεθεί ως εκ τούτου η απουσία κάποιων αντιπροσωπευτικών έργων και η μέτρια ανάλυση κάποιων άλλων.
Εστιάσαμε την προσοχή μας κυρίως στην τέχνη του ελληνικού χώρου κατά τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας, καθόσον για την εποχή αυτή η τεκμηρίωση είναι πλουσιότερη και πληρέστερη. Δεν λείπουν όμως οι αναφορές σε άλλες χώρες και όπου είναι δυνατό προτείνονται οι σχετικοί σύνδεσμοι. Ελπίζουμε πως με σταδιακές ανανεώσεις οι σελίδες μας θα καλύψουν σφαιρικότερα το θέμα τους.
Σύνδεσμοι:
Στο κείμενο παραπέμπουμε σε αρκετές ελληνικές και ξένες ιστοσελίδες σχετικού περιεχομένου, τόσο σε αυτές που αποτελούν τις πηγές των εικόνων όσο και σε αυτές που μπορούν να χρησιμεύσουν για εμβάθυνση. Θα πρέπει πάντως να σημειώσουμε ότι ελάχιστες είναι διεθνώς οι σελίδες με ανάλογο αντικείμενο. Παρακάτω δίνουμε τις πιο ενδιαφέρουσες και περιεκτικές διευθύνσεις:
1. Περιοδικό Αρχαιολογία. Στις σελίδες του παρουσιάζεται ολόκληρο το αφιέρωμα στην ελληνική ζωγραφική
2. Υπουργείο Πολιτισμού. Η καλύτερη και πληρέστερη ελληνική παρουσία στο διαδίκτυο για θέματα πολιτιστικής κληρονομιάς. Μπορεί από εδώ κάποιος να εξερευνήσει τον πολιτιστικό χάρτη της Ελλάδας, να χρησιμοποιήσει τη μηχανή αναζήτησης, να ερευνήσει το θεματικό κατάλογο μουσείων, τον αλφαβητικό κατάλογο μνημείων και αρχαιολογικών χώρων. Ιδιαίτερης προσοχής αξίζουν :
Η παρουσίαση της έκθεσης "Θησαυροί του Αγίου Όρους", όπου περιέχονται και ο πλήρης κατάλογος της έκθεσης, η χρονολογική ταξινόμηση των εκθεμάτων και μάλιστα οι φορητές εικόνες.
Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών και ιδαίτερα η έκθεση "Ιεροτελεστία και πίστη"
Μουσείο Κανελλοπούλου στην Αθήνα
Μουσείο Αντιβουνιώτισσας στην Κέρκυρα
Συλλογή Αγίας Αικατερίνης Σιναϊτών στην Κρήτη
Μουσείο Μονής Τοπλού στην Κρήτη
3. Novgorod Icon Gallery, μια εξαιρετική συλλογή ρωσικών εικόνων. Γιά μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία της ρωσικής τέχνης, μπορεί να ανατρέξει κανείς και στο αφιέρωμα Russian Culture του About.com ή στο άρθρο History of painting της Britannica.
4. Bulgarian Heritage Μιά βουλγαρική ιστοσελίδα μάλλον τουριστική αλλά με ενδιαφέρουσες και σπάνιες για το διαδίκτυο πληροφορίες και φωτογραφίες. Ειδικότερου ενδιαφέροντος το Bulgarian Monasteries.
5. Painted Churches of Northern Romania Από την UNESCO
6. Serbian Heritage Από το σερβικό Ινστιτούτο Προστασίας και Διατήρησης Μνημείων Πολιτισμού
7. Churches and monasteries in the region of Ohrid Από την πόλη της Αχρίδας
8. Για μια συστηματικότερη έρευνα πάνω στις βυζαντινές και μεταβυζαντινές σπουδές, όπως αυτές παρουσιάζονται στο διαδίκτυο, θα πρέπει κανείς να ξεκινήσει από σημεία όπως τα: Byzantine Studies Page, Byzantine and Medieval Links Index και History of Romiosini, ενώ υπάρχει και μηχανή αναζήτησης επ' ονόματι Argos, εξειδικευμένη στην αρχαία και μεσαιωνική ιστορία.
Βιβλιογραφία:
Γιά μιά πληρέστερη εισαγωγή, διαβάστε:
1. Το άρθρο του Μανόλη Χατζιδάκη "Η μεταβυζαντινή τέχνη (1453 - 1700) και η ακτινοβολία της" στον.Ι΄ τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους (σ. 410 - 437). Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1974.
2. Στο αφιέρωμα "Η Ελληνική Ζωγραφική: Βυζάντιο" του περιοδικού Αρχαιολογία (τεύχος 56, Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1995), το άρθρο "Η μεταβυζαντινή ζωγραφική: Οι τοιχογραφίες, 15ος - 17ος αιώνας" του Μίλτου Γαρίδη (σ. 21 - 38).
4. Τη συλλογή άρθρων "Η βυζαντινή παράδοση μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης", ΜΙΕΤ, Αθήνα 1994.
3. Κλασσικό είναι το βιβλίο του Α. Ξυγγόπουλου "Σχεδίασμα ιστορίας της θρησκευτικής ζωγραφικής μετά την Άλωσιν". Αθήνα 1957.
5. Για επιμέρους θέματα ενδιαφέροντα και κατατοπιστικά είναι τα αφιερώματα της "Κυριακάτικης Καθημερινής":
"Καστοριά, η βυζαντινή αίγλη"
, 3/12/95."Το Θείον Πάθος στη μεταβυζαντινή ζωγραφική"
, 12/4/98."Η μεταβυζαντινή ζωγραφική στα νησιά του Ιονίου"
, 22/12/966. Αναλυτικότερη βιβλιογραφία παρουσιάζεται στη σχετική σελίδα της έκθεσης
"Ιεροτελεστία και Πίστη" του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών.
Εισαγωγή
Στην ιστορία της παγκόσμιας τέχνης, το κεφάλαιο "Βυζάντιο" κλείνει συνήθως με μια αναφορά στην τέχνη της εποχής των Παλαιολόγων, της τελευταίας με παραγωγή διεθνούς εμβέλειας και μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας. Η θρησκευτική τέχνη όμως της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δεν έσβησε την άλλη μέρα της κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, το 1453. H τέχνη της αγιογραφίας ειδικότερα, θα επιζήσει για τα επόμενα πεντακόσια χρόνια. Σίγουρα δεν αποτελεί μουσειακό είδος ούτε στις
μέρες μας, όπως εύκολα διαπιστώνει κανείς αν επισκεφτεί τους ναούς, τα μοναστήρια αλλά και τις οικίες των περιοχών όπου ζούν χριστιανοί ορθόδοξοι.Δεν θα υπάρξουν βέβαια ποτέ ξανά έργα μνημειώδη, μεγαλόπρεπα ψηφιδωτά σε ναούς στολισμένους με χρυσάφι. Ούτε χορηγοί αυτοκράτορες, ούτε πολιτιστικά κέντρα με την ακτινοβολία της Βασιλεύουσας ή έστω της Θεσσαλονίκης και του Μυστρά. Ακόμη και η ανακαίνιση των ναών είναι αμφισβητήσιμο δικαίωμα τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας. Οι πόλεμοι, η ένδεια, οι εξισλαμισμοί και η πειρατεία κλείνουν την εικόνα. Παρόλα αυτά, νέες σχολές και καλλιτεχνικές τάσεις θα εμφανιστούν στα δύσκολα αυτά χρόνια, και νέες λύσεις θα δοθούν στην πρόκληση της τέχνης που έρχεται από τη Δύση. Οι άμεσες άλλωστε καταβολές της νεότερης και σύγχρονης ορθόδοξης αγιογραφικής παράδοσης ανάγονται στα επιτεύγματα των χρόνων αυτών (16ος -18ος αι.).
Στις κατακτημένες περιοχές, βασικοί χορηγοί παραμένουν οι μοναστηριακές κοινότητες, με σημαντικότερη αυτή του Αγίου Όρους, αλλά και τοπικοί χριστιανοί προύχοντες (άλλοτε συνεργάτες της κεντρικής εξουσίας και άλλοτε -αργότερα- πλούσιοι έμποροι). Εκτός της Οθωμανικής επικράτειας παραμένουν επίσης σημαντικές ορθόδοξες περιοχές. Στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου, και προπάντων στην Κρήτη, υπό βενετική κατοχή, θα εμφανιστεί η σημαντικότερη όσον αφορά την ποιότητα αλλά και τη διαχρονική σημασία καλλιτεχνική σχολή. Η Μολδαβία, ημιαυτόνομη, θα γνωρίσει την πρώτη της πολιτιστική άνθηση, ενώ η Ρωσία, που παραμένει πλέον το μόνο σημαντικό ανεξάρτητο ορθόδοξο χριστιανικό κράτος, όχι μόνο αναπτύσσει σταδιακά το δικό της καλλιτεχνικό ύφος αλλά και ενισχύει οικονομικά την καλλιτεχνική παραγωγή των υπόδουλων, στα πλαίσια μιας παλαιάς πολιτιστικής παράδοσης αλλά και μιας διεισδυτικής εξωτερικής πολιτικής.
Τελευταία Μακεδονική Σχολή
Οι τοιχογραφικές δραστηριότητες παρουσιάζουν κάποια ανάπαυλα στις πρώτες δεκαετίες του 15ου αιώνα και ουσιαστικά οι τεχνοτροπίες της εποχής των Παλαιολόγων συνεχίζουν να αναπαράγονται σε μια φθίνουσα ποιότητα.
Γύρω όμως στο 1480 ξεπροβάλλει ένα ανανεωτικό ρεύμα με αρκετή συνοχή από εργαστήρια ανώνυμων μετακινούμενων ζωγράφων. Πρόκειται για συνέχεια μιας ορισμένης ρεαλιστικής (αντικλασσικής) παράδοσης του 14ου αιώνα με ιταλικές επιδράσεις, και μια τάση προς την λαϊκή τέχνη. Το σχέδιο γίνεται περισσότερο εύκαμπτο, απαλύνεται η πτυχολογία, οι όγκοι αποδίδονται με πλατιές ελεύθερες πινελιές σε απλούς καθαρούς χρωματικούς τόνους. Οι φυσιογνωμίες είναι συνοπτικές αλλά χαρακτηριστικά εκφραστικές, ενώ τα αισθήματα αποδίδονται με στάσεις και χειρονομίες. Τονίζεται η γραφικότητα της φορεσιάς, εισάγονται αντικείμενα καθημερινής χρήσης και παρεμβάλλονται λαϊκά στοιχεία στην ιερή ιστορία.
Παλαιότερο χρονολογημένο δείγμα -και το πλέον αξιόλογο ποιοτικά- της νέας σχολής έχουμε στο Παλαιό Καθολικό της Μονής του Μεγάλου Μετεώρου (Μεταμόρφωσης), το 1483. Σημαντική εικονογραφική δραστηριότητα παρατηρείται και στην πόλη της Καστοριάς, όπου σε τέσσερις έως έξη εκκλησίες σώζονται τοιχογραφίες της εποχής. Κορυφαίας ποιότητας θεωρούνται αυτές του Αγ. Νικολάου της μοναχής Ευπραξίας (1486). Παλαιότερα έργα στην ίδια πόλη με συγγενή τεχνοτροπία (Αγ. Αθανάσιος του Μουζάκη, 1384/8), υποδηλώνουν μια άγνωστη σε μας μακρά εξέλιξη και τοποθετούν την Καστοριά ως το πιθανό κέντρο της σχολής αυτής (η πόλη κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς το 1386).
Αξιόλογα δείγματα σώζονται και σε όλη την υπόλοιπη Μακεδονία, η οποία την εποχή αυτή φαίνεται να παρουσιάζει καλλιτεχνική και οικονομική ενότητα, στη Μονή Τρεσκάνοβατς (Πρίλεπ, Ohrid, 1483-1490), στη Μονή Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου στο Poganovo στα σερβοβουλγαρικά σύνορα (~1500) και ακόμη στη Βουλγαρία στο νάρθηκα της
Μονής Κρεμικόφσκι κοντά στη Σόφια (~1498). Στην τελευταία περίπτωση το τοπικό λαϊκό στοιχείο φαίνεται ιδιαίτερα τονισμένο.Χορηγοί της εικονογραφικής δραστηριότητας σε αυτή την περίοδο, εκτός από τις μονές και τους ιερωμένους, είναι επίσης και χριστιανοί φεουδάρχες διαφόρων εθνικοτήτων, οι οποίοι γίνονται ανεκτοί και αξιοποιούνται από το νέο οθωμανικό καθεστώς στα πρώτα χρόνια μετά την κατάκτηση.
Η τροχιά του ενδιαφέροντος αυτού ρεύματος, που ονομάστηκε "Τελευταία Μακεδονική Σχολή", είναι σύντομη χρονικά και δεν ξεπερνά τα 25 με 30 χρόνια (~1480 - 1510). Φαίνεται να χάνεται γρήγορα χωρίς γνωστές επιδράσεις, με μιά σημαντική εξαίρεση: θέματα από το Παλαιό Καθολικό Μετεώρων μεταφέρονται στη Μολδαβία, πιθανόν από τους ίδιους μετακινούμενους καλλιτέχνες, στον Αγ. Γεώργιο του Χιρλάου, στον Αγ. Νικόλαο στο Ντοροχόϊ, στο B
²ilesti (1493) και θα αφήσουν έντονη τη σφραγίδα τους στη μεγάλη μολδαβική ζωγραφική παράδοση του 16ου αιώνα.Πιό ολοκληρωμένες μελέτες πάντως θα αποδείξουν ίσως στενότερες σχέσεις της μακεδονικής σχολής και με άλλα προγενέστερα και μεταγενέστερα καλλιτεχνικά ρεύματα στα τουρκοκρατούμενα Βαλκάνια.
Η γένεση της Κρητικής Σχολής
Τα νησιά του Αιγαίου παρέμειναν εκτός της τουρκικής επικράτειας για δύο ακόμη αιώνες, προκεχωρημένα φυλάκια των δυτικών χριστιανικών δυνάμεων της εποχής,. Το πιο σημαντικό από αυτά, η Κρήτη, υπό βενετική κυριαρχία έως το 1669, αποτέλεσε το κέντρο μιας τελευταίας, όχι ασήμαντης καλλιτεχνικής αναλαμπής. Στα αστικά κέντρα του Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο) και στα Χανιά, μια μικτή τάξη Ελλήνων και Βενετών αριστοκρατών, εμπόρων και τεχνιτών αναπτύσσεται, κάτω από μια ανάλγητη, πλην ρεαλιστική και θρησκευτικά αδιάφορη (για τα δεδομένα της εποχής) διοίκηση.
Ακόμη και πριν την άλωση της Bασιλεύουσας έρχονται από την Κωνσταντινούπολη και το Μωριά ρεύματα φυγάδων, ανάμεσά τους και πολλοί αξιόλογοι ζωγράφοι, οι οποίοι δίνουν μια τεράστια ώθηση στην μέχρι τότε επαρχιακή τέχνη του νησιού. Μόνο στον Χάνδακα, σύμφωνα με τα βενετικά αρχεία, ο αριθμός των γνωστών ζωγράφων για την περίοδο 1453 έως 152
6 φθάνει το εκπληκτικό ύψος των 120 ονομάτων. Οι Κρήτες αγιογράφοι σύντομα στρέφονται αποκλειστικά στην κατασκευή μεγάλου αριθμού φορητών εικόνων για εξαγωγή. Παράγουν για μια εκτεταμένη από γεωγραφική, θρησκευτική και εθνική άποψη πελατεία, με διαφορετικές καλαισθητικές προτιμήσεις, και αναπτύσσουν την επαγγελματική ικανότητα να ασκούν τη ζωγραφική με πολλές διαφορετικές τεχνοτροπίες, ανάλογα με τις επιθυμίες του πελάτη.Παρόλο τον προφανή εκλεκτισμό, πριν από τα τέλη του 15ου αιώνα η κρητική τέχνη θα καταλήξει σε συγκεκριμένους εικονογραφικούς και αισθητικούς κανόνες, τουλάχιστον όσον αφορά τα έργα που παραμένουν πιστά στην ορθόδοξη παράδοση, οι οποίοι θα κυριαρχήσουν στον 16ο και 17ο αιώνα. Έχοντας τις ρίζες της στην Κωνσταντινούπολη, συνιστά ένα κίνημα επιστροφής κατ΄ αρχήν στις αντι-κλασσικές βυζαντινές παραδόσεις. Παράλληλα αποτελεί και την τελευταία συνειδητή και καλλιτεχνικά αξιόλογη προσπάθεια να ενσωματωθούν μεν κάποια από τα επιτεύγματα της δυτικής τέχνης στο παραδοσιακό πλαίσιο, χωρίς όμως να φαίνεται ότι παραβιάζεται η βυζαντινή παράδοση. Ίσως εκεί να βρίσκεται και η όποια αδυναμία της.
Από τους αξιόλογους ζωγράφους της πρώτης αυτής περιόδου αναφέρουμε τον Ανδρέα Ρίτζο (+ περίπου 1492), τον Ανδρέα Παβία (+ μετά το 1504) και τον Νικόλαο Τζαφούρη (+ πριν το 1501).
Οι τοιχογραφίες του Θεοφάνη
Αποτέλεσε παλαιά παράδοση τα σημαντικά μοναστήρια της ηπειρωτικής Ελλάδας να επιλέγουν τους άριστους καλλιτέχνες για τη διακόσμησή τους. Το β΄ τέταρτο του 16ου αιώνα θα απευθυνθούν στους ήδη φημισμένους ζωγράφους της Κρήτης, οι οποίοι θα αναπτύξουν αυτή την περίοδο ένα πλήρες εικονογραφικό πρόγραμμα για την διακόσμηση ναών, προσαρμόζοντας την τεχνική των φορητών εικόνων στις απαιτήσεις της εντοίχειας μνημειακής ζωγραφικής.
Ο πρώτος Κρητικός που θα κληθεί να τοιχογραφήσει στα Μετέωρα, τη μονή του Αγίου Νικολάου του Αναπαυσά το 1527, θα είναι ο Θεοφάνης Στρελίτζας, ο επιλεγόμενος Μπαθάς (+ 1559). Μετά 8 χρόνια θα συναντήσουμε το Θεοφάνη μοναχό στη μονή της Λαύρας στο Άγιο Όρος, όπου ζωγραφίζει (1535) το καθολικό της μονής με τέτοιο τρόπο, ώστε υπήρξε υπόδειγμα για τους μεταγενέστερους. Εκεί διαμορφώνονται οι κανόνες και οι αισθητικές αρχές της κρητικής Σχολής στην τοιχογραφία.
Η κρητική τέχνη επιστρέφει στα παλαιολόγεια υποδείγματα του 14ου αιώνα, αλλά σε αυτά επιβάλλει μια πιο οργανωμένη συγκρότηση και αφαιρεί το λυρικό στοιχείο. Μεγάλοι κύκλοι αναπτύσσονται με ισορροπημένες, ρυθμικά οργανωμένες και λιγόλογες αυστηρές συνθέσεις. Χαρακτηριστικός είναι ο κλασσικίζων μνημειακός χαρακτήρας των μεμονωμένων όρθιων μορφών
, σε σκούρο ουδέτερο κάμπο. Η πτυχολογία είναι σκληρή, αλλά χρωματικά μάλλον πλούσια. Τις κορμοστασιές, τις στάσεις και τις χειρονομίες εμπνέει αρχοντική ευγένεια. Το πλάσιμο, διαφορετικό για πρόσωπα διαφόρων ηλικιών, συχνά με συγκεκριμένα προσωπικά στοιχεία, όπου δεν λείπουν οι πλάγιες ματιές προς τον θεατή, υποδηλώνει ιταλικές επιδράσεις. Ο φωτισμός είναι εσωτερικός και απόκοσμος, χωρίς συγκεκριμένη φωτιστική πηγή. Ξένες επιδράσεις, υστερογοτθικές και αναγεννησιακές, φαίνονται στις δευτερεύουσες συνθέσεις, ενώ σαφής και συνεχής είναι η προσπάθεια ένταξης και προσαρμογής των καινούργιων αυτών στοιχείων στις αισθητικές αρχές της ορθόδοξης παράδοσης. Η διατύπωση του χώρου είναι συμβατική, χωρίς προφανή λάθη αλλά και χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα για την απόδοση του βάθους. Οι ήρεμες σκηνές με τις άψογες δογματικά και καθιερωμένες σχέσεις προσώπων, κτιρίων και τοπίων εκφράζουν απαρασάλευτη αλήθεια, κάτι που προσδίδει στην τέχνη αυτή χαρακτήρα κλασσικό.Ο Θεοφάνης, οι γιοί του Συμεών και Νεόφυτος, και κρητικοί μαθητές του όπως ο Τζώρτζης, θα τοιχογραφήσουν επίσης στο Άγιο Όρος το καθολικό και την τράπεζα της μονής Σταυρονικήτα (1545 - 1546), το καθολικό της μονής Κουτλουμουσίου (1540), την τράπεζα της μονής Φιλοθέου (1540), το καθολικό της μονής Διονυσίου (1547), τα καθολικά των μονών Δοχειαρίου (1568) και Ιβήρων. Ακόμη, στα Μετέωρα, τη μονή Μεταμόρφωσης (1552), τη μονή Μεγάλων Πυλών (Δουσίκου, 1557), τη μονή Ρουσάνου (1560) και τη μητρόπολη της Καλαμπάκας. Μια σειρά επίσης από φορητές εικόνες σε διάφορα μοναστήρια της
Ελλάδας αποδίδονται στο Θεοφάνη και τους μαθητές του.Η κρητική ζωγραφική προτιμήθηκε και ευνοήθηκε από την ανώτατη ιεραρχία της εκκλησίας και επιβλήθηκε σχεδόν ως μια επίσημη μορφή ορθόδοξης τέχνης σε πολλές ελλαδικές περιοχές, ιδίως στα μοναστήρια. Διαδίδεται στη Μακεδονία, τη Μολδαβία, τη Βλαχία, ακόμη και στη Γεωργία, όπου συγχωνεύεται με παλαιότερες σχολές και τοπικές παραδόσεις. Σταδιακά και προς το τέλος του 16ου αιώνα αρχίζει να επαναλαμβάνεται άκριτα, χωρίς πρωτοτυπίες και δημιουργικότητα.
Σχολή της βορειοδυτικής Ελλάδας
Η Κρητική Σχολή δεν μονοπωλεί εν τούτοις την αγιογραφική δραστηριότητα της εποχής. Σε περιοχές της βορειοδυτικής Ελλάδας αναπτύσσεται μια παράλληλη "κοσμική" καλλιτεχνική τάση, με περισσότερη ζωντάνια, κίνηση και χρώμα, ανοιχτή σε δυτικές (υστερογοτθικές) επιδράσεις, χρηματοδοτούμενη συχνά από ντόπιους άρχοντες. Φαίνεται να έχει κάποια σχέση συνέχειας με την "Τελευταία Μακεδονική Σχολή" του τέλους του 15ου αιώνα.
Το θεματολόγιό της συχνά είναι αρκετά πρωτότυπο και με κάποιο ιδεολογικό περιεχόμενο εθνικού και θρησκευτικού χαρακτήρα, αφού κάποτε βλέπουμε να παρουσιάζονται νεομάρτυρες, άνθρωποι δηλαδή που μαρτύρησαν για την πίστη τους πριν λίγα μόνο χρόνια, ενώ π.χ. στις τοιχογραφίες της Μονής Αγίου Νικολάου των Φιλανθρωπινών (τρεις φάσεις, 1530, 1542 και 1560), στο νησί των Ιωαννίνων, ανάμεσα στους διώκτες του Αγίου Στεφάνου του Νέου Ομολογητού παρουσιάζονται και δυτικοί ιππότες με πανοπλίες. Στο ίδιο κλίμα ανήκει το καθολικό της μονής Ντιλίου (1543) και της Μονής Ελεούσης, πάλι στο νησί των Ιωαννίνων.
Η τρίτη ζωγραφική φάση στη μονή Φιλανθρωπινών συνδέεται με τους Θηβαίους αγιογράφους Φράγκο και Γεώργιο Κονταρή, στους οποίους αποδίδεται επίσης ο νάρθηκας της Μονής Βαρλαάμ στα Μετέωρα. Ο πλέον αξιόλογος όμως καλλιτέχνης της σχολής αυτής, επίσης Θηβαίος, είναι ο Φράγκος Κατελάνος, στον οποίο αποδίδεται η διακόσμηση του καθολικού της Μονής Βαρλαάμ στα Μετέωρα (1548), το παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου στο καθολικό της Μεγάλης Λαύρας στο Άγιο Όρος (1560), τμήμα ίσως της δικόσμησης της Μονής Φιλανθρωπινών, της Μονής Αγίου Νικάνορος κοντά στα Γρεβενά και της Παναγίας της Ρασσιώτισσας στην Καστοριά.
Στα έργα του Κατελάνου ένα πλήθος κινούμενων προσώπων και η συσσώρευση αρχιτεκτονημάτων δημιουργούν την αίσθηση του πυκνού και ταραχώδους περιβάλλοντος. Κυριαρχούν τα λαμπρά χρώματα, ιδιαίτερα το κόκκινο, και η εναλλαγή φωτός - σκιάς. Αξιοποιεί τη καλή γνώση της σύγχρονής του ιταλικής ζωγραφικής χωρίς να το κρύβει, αλλά και χωρίς να υιοθετεί ιδιαίτερα τα θέματά της. Συνολικά εκφράζει μια ροπή προς το μπαρόκ.
Η Σχολή της βορειοδυτικής Ελλάδας θα επηρεάσει βαθειά τους ζωγράφους στον ελλαδικό και το βαλκανικό χώρο για όλο το 16ο (Άγιος Γεώργιος στο Μπάνιανι -1549- κοντά στα Σκόπια, Άγιος Ζαχαρίας στην Καστοριά, Μονή Αγίου Ιωάννου Γαλατάκη -1566- στην Εύβοια) και ακόμη τον 17ο αιώνα (Μονή Αγίου Γεωργίου Αρμά -1637- στην Εύβοια), συχνά παράλληλα με την Κρητική Σχολή. Σε πολλές περιπτώσεις στο μέλλον οι δύο σχολές θα συνυπάρχουν στην ίδια σύνθεση.
Τέλος, πέρα από κύρια ρεύματα, αναφέρουμε το ζωγράφο Ονούφριο, καλλιτέχνη με προσωπικό ύφος. Μπορεί να θεωρηθεί δημιουργός σχολής στην Κεντρική Αλβανία και Δυτική Μακεδονία, στην περιοχή δηλαδή της Αρχιεπισκοπής Αχρίδας (Αγιοι Απόστολοι Καστοριάς - 1547, Αγία Παρασκευή Valsch - 1544).
Κρητικές φορητές εικόνες
Την ίδια εποχή η παραγωγή φορητών εικόνων συνεχίζεται στην Κρήτη, σε διαρκή αλληλεπίδραση τόσο με τα έργα των Κρητικών που τοιχογραφούν τις μονές της Ελλάδας, όσο και με τη ιταλική τέχνη μέσω Βενετίας (κοινότητα Ελλήνων ορθοδόξων συστάθηκε εκεί ήδη από το 149
8). Σημάδι αναγεννησιακής επίδρασης είναι η άνοδος της κοινωνικής θέσης αλλά και του μορφωτικού επιπέδου των καλλιτεχνών, ανάμεσα στους οποίους πλέον όσοι ξεχωρίζουν υπογράφουν τα έργα τους με υπερηφάνεια, όπως ο Μιχαήλ Δαμασκηνός ως "ποίημα Μ. Δ." ή ο (μετέπειτα γνωστός ως) Ελ Γκρέκο ως "Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ο Δείξας". Εν τούτοις, δεν πρόκειται ακόμη στην πλειοψηφία για μεμονωμένα άτομα, αλλά για μια καλά οργανωμένη επαγγελματική ομάδα, όπου μέσα από τις οικογένειες η τεχνική περνά από τον πατέρα στον γιό. Τέτοιες διάσημες οικογένειες ζωγράφων ήταν αυτή του Θεοφάνη Στρελίτζα, αλλά και των Κλότζα, Ρίτζου, Λαμπάρδου, Τζάνε, Μόσκων κ.α.Περίφημος υπήρξε στην εποχή του ο Μιχαήλ Δαμασκηνός (μνείες 1570 - 1591), ο οποίος ανάπτυξε σε μεγάλο βαθμό την ικανότητα νε εργάζεται σε διάφορες τεχνοτροπίες, ώστε να μπορεί να εκτελεί εξαίρετες εικόνες σε όλη την κλίμακα, από την άψογη βυζαντινή ως την απερίφραστα ιταλική. Άλλωστε δούλεψε στην Βενετία για την διακόσμηση με εικόνες της εκεί εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων. Θα ανοίξει έτσι νέους δρόμους για τον συγκερασμό της παραδοσιακής ορθόδοξης με την σύγχρονη δυτική τέχνη, και θα βρεί πολλούς μιμητές.
Επίσης σημαντικός υπήρξε ο Γεώργιος Κλότζας (μνείες 1562 - 1609), ιδιαίτερα ικανός στη μικρογράφηση κωδίκων, αλλά και τη δημιουργία τριπτύχων, πάλι με τα χαρακτηριστικά μικρογραφίας. Το ύφος του είναι προσωπικό και συνδέεται μάλλον με το μανιερισμό της εποχής παρά με την παράδοση, και πρέπει να εκφράζει την καλαισθησία των λογιώτερων κύκλων της νήσου, που έχουν άμεσες επαφές με την βενετική παιδεία. Εικάζεται πως ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος μαθήτευσε στο εργαστήρι του Κλότζα, και ήταν ήδη διάσημος στην περιοχή πριν την οριστική αναχώρησή του για την Ιταλία (1567)
Θα αναφέρουμε επίσης τους λίγο μεταγενέστερους (αρχές 17ου αι.) ζωγράφους Ιερεμία Παλλαδά, Εμμανουήλ Λαμπάρδο (πιθανόν δύο με το ίδιο όνομα), και Άγγελο, όλοι περισσότερο συντηρητικοί στις επιλογές τους όσον αφορά την αφομοίωση της δυτικής τέχνης. Ο δικαιολογημένης φήμης μάλιστα ζωγράφος Άγγελος, γυρίζει τόσο πίσω στα πρότυπα της πρώτης εποχής της κρητικής σχολής, ώστε συχνά αμφισβητείται η χρονολόγηση των έργων του. Πρόκειται προφανώς για μια τάση επιστροφής στις παραδόσεις που επικράτησε στον ελληνικό κόσμο της εποχής, συνηθισμένο φαινόμενο παλινδρόμησης, θα σχολιάζαμε, που εκφράζει τη διάθεση να αφομοιωθούν τα επιτεύγματα της δύσης χωρίς να χαθεί η ορθόδοξη ταυτότητα.
Ο Χάνδακας θα κατακτηθεί από τους Τούρκους το 1669, και αυτό θα σημάνει το τέλος της πνευματικής άνθησης για την Κρήτη. Οι τελευταίοι αξιόλογοι καλλιτέχνες, όπως ο Εμμανουήλ Τζάνες (1610 - 1690), ο Θεόδωρος Πουλάκης (1622 - 1692) και ο επονομαζόμενος Βίκτωρ, συνεχιστές της τελευταίας κρητικής συντηρητικής τάσης με επιρροές δανεισμένες από το μπαρόκ της εποχής, θα ζήσουν τα τελευταία τους χρόνια ως
πρόσφυγες στην Βενετία και στα Επτάνησα.
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
e-mail: xenitis@yebo.co.za
Xenitis On Line: η home page μας με επιλεγμένους συνδέσμους για την Ελλάδα, τη Ν. Αφρική και όλο τον κόσμο.